Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La aptitud
[gender: feminine]
01
ικανότητα
capacidad natural o adquirida para realizar una actividad o tarea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aptitudes
Παραδείγματα
La aptitud del estudiante mejoró con la práctica.
Η ικανότητα του μαθητή βελτιώθηκε με την εξάσκηση.



























