aplicar
Pronunciation
/ˌaplikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aplicar"στα ισπανικά

aplicar
01

εφαρμόζω, αλείφω

poner una sustancia sobre una superficie, especialmente la piel
aplicar definition and meaning
Παραδείγματα
Después del baño, aplica crema hidratante.
Μετά το μπάνιο, εφάρμοσε ενυδατική κρέμα.
02

εφαρμόζω

poner algo en uso o funcionamiento para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aplico
γ΄ ενικό πρόσωπο
aplica
ενεστώτα μετοχή
aplicando
απλός αόριστος
apliqué
παθητική μετοχή
aplicado
Παραδείγματα
El gobierno va a aplicar nuevas medidas de seguridad.
Η κυβέρνηση πρόκειται να εφαρμόσει νέα μέτρα ασφαλείας.
03

εφαρμόζομαι, αφιερώνομαι

dedicar esfuerzo y atención a una tarea o actividad para mejorar o tener éxito
Παραδείγματα
Me apliqué más de lo habitual esta semana.
Εφάρμοσα τον εαυτό μου περισσότερο από το συνηθισμένο αυτή την εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store