aplicar
ap
ap
ap
li
li
li
car
ˈkaɾ
kar
aplacar

Ορισμός και σημασία του "aplicar"στα ισπανικά

aplicar
01

εφαρμόζω, αλείφω

poner una sustancia sobre una superficie, especialmente la piel 
aplicar definition and meaning
Παραδείγματα
Aplica la crema sobre la piel limpia. 

Εφάρμοσε την κρέμα στο καθαρό δέρμα.

02

εφαρμόζω

poner algo en uso o funcionamiento para un fin determinado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aplico
γ΄ ενικό πρόσωπο
aplica
ενεστώτα μετοχή
aplicando
απλός αόριστος
apliqué
παθητική μετοχή
aplicado
Παραδείγματα
El profesor va a aplicar un nuevo método de enseñanza. 

Ο δάσκαλος πρόκειται να εφαρμόσει μια νέα μέθοδο διδασκαλίας.

03

εφαρμόζομαι, αφιερώνομαι

dedicar esfuerzo y atención a una tarea o actividad para mejorar o tener éxito 
Παραδείγματα
Me aplico todos los días para aprender inglés. 

Εγώ εφαρμόζω τον εαυτό μου κάθε μέρα για να μάθω αγγλικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store