Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aplicar
01
εφαρμόζω, αλείφω
poner una sustancia sobre una superficie, especialmente la piel
Παραδείγματα
Aplica la crema sobre la piel limpia.
Εφάρμοσε την κρέμα στο καθαρό δέρμα.
02
εφαρμόζω
poner algo en uso o funcionamiento para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aplico
γ΄ ενικό πρόσωπο
aplica
ενεστώτα μετοχή
aplicando
απλός αόριστος
apliqué
παθητική μετοχή
aplicado
Παραδείγματα
El profesor va a aplicar un nuevo método de enseñanza.
Ο δάσκαλος πρόκειται να εφαρμόσει μια νέα μέθοδο διδασκαλίας.
03
εφαρμόζομαι, αφιερώνομαι
dedicar esfuerzo y atención a una tarea o actividad para mejorar o tener éxito
Παραδείγματα
Me aplico todos los días para aprender inglés.
Εγώ εφαρμόζω τον εαυτό μου κάθε μέρα για να μάθω αγγλικά.



























