la actitud
ac
ak
ak
ti
ti
ti
tud
ˈtuð
toodh
altitudacritudaptitud

Ορισμός και σημασία του "actitud"στα ισπανικά

01

στάση

forma de comportarse o reaccionar ante una situación o persona 
la actitud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actitudes
Παραδείγματα
Su actitud fue muy positiva durante la reunión. 

Η στάση της ήταν πολύ θετική κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store