Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La actitud
01
στάση
forma de comportarse o reaccionar ante una situación o persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actitudes
Παραδείγματα
Cambió su actitud después de hablar con el jefe.
Άλλαξε στάση αφού μίλησε με το αφεντικό.



























