Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tardar
[past form: tardé][present form: tardo]
01
παίρνω χρόνο, απαιτώ χρόνο
pasar un tiempo en hacer algo o en llegar a un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarda
ενεστώτα μετοχή
tardando
απλός αόριστος
tardé
παθητική μετοχή
tardado
Παραδείγματα
¿ Cuánto tiempo tarda el tren?
Πόσο χρόνο χρειάζεται το τρένο ;



























