Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tararear
01
σιγοτραγουδώ
cantar una melodía con la boca cerrada, sin pronunciar las palabras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
tarareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tararea
ενεστώτα μετοχή
tarareando
απλός αόριστος
tarareó
παθητική μετοχή
tarareado
Παραδείγματα
Tararea la canción de la radio sin darse cuenta.
Σιγοτραγουδά το τραγούδι από το ραδιόφωνο χωρίς να το αντιλαμβάνεται.



























