Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tararear
01
σιγοτραγουδώ
cantar una melodía con la boca cerrada, sin pronunciar las palabras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
tarareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tararea
ενεστώτα μετοχή
tarareando
απλός αόριστος
tarareó
παθητική μετοχή
tarareado
Παραδείγματα
La mujer tararea una vieja canción mientras cocina.
Η γυναίκα σουρουπώνει ένα παλιό τραγούδι ενώ μαγειρεύει.



























