el alarma
a
a
a
lar
ˈlaɾ
lar
ma
ma
ma
karmaarma

Ορισμός και σημασία του "alarma"στα ισπανικά

01

συναγερμός, σήμα κινδύνου

dispositivo que emite un sonido fuerte para avisar de un peligro o emergencia 
el alarma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alarmas
Παραδείγματα
La alarma sonó durante la noche por un incendio. 

Ο συναγερμός χτύπησε κατά τη διάρκεια της νύχτας λόγω πυρκαγιάς.

02

συναγερμός, ανησυχία

sensación de miedo, preocupación o inquietud 
la alarma definition and meaning
Παραδείγματα
La noticia causó gran alarma entre los vecinos. 

Η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία μεταξύ των γειτόνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store