Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alarma
[gender: masculine]
01
συναγερμός, σήμα κινδύνου
dispositivo que emite un sonido fuerte para avisar de un peligro o emergencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alarmas
Παραδείγματα
Es importante revisar que la alarma funcione bien.
Είναι σημαντικό να ελέγξετε ότι ο συναγερμός λειτουργεί καλά.
02
συναγερμός, ανησυχία
sensación de miedo, preocupación o inquietud
Παραδείγματα
La alarma se extendió rápidamente entre los pasajeros.
Ο συναγερμός εξαπλώθηκε γρήγορα μεταξύ των επιβατών.



























