Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustituir
[past form: sustituí][present form: sustituyo]
01
αντικαθιστώ, υποκαθιστώ
poner una cosa o persona en lugar de otra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sustituyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sustituye
ενεστώτα μετοχή
sustituyendo
απλός αόριστος
sustituí
παθητική μετοχή
sustituido
Παραδείγματα
Sustituyó la palabra incorrecta por la correcta.
Αντικατέστησε τη λάθος λέξη με τη σωστή.



























