Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La orquesta sinfónica
01
συμφωνική ορχήστρα
grupo grande de músicos que interpreta obras musicales complejas con diferentes secciones de instrumentos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
orquestas sinfónicas
Παραδείγματα
Ella toca el violín en la orquesta sinfónica.
Παίζει βιολί στη συμφωνική ορχήστρα.



























