Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reunir
[past form: me reuní][present form: me reúno]
01
συναντώμαι, συγκεντρώνομαι
juntarse varias personas en un lugar para hablar o hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
reúno
γ΄ ενικό πρόσωπο
reúne
ενεστώτα μετοχή
reuniendo
απλός αόριστος
me reuní
παθητική μετοχή
reunido
Παραδείγματα
El grupo se reunió para discutir el proyecto.
Η ομάδα συναντήθηκε για να συζητήσει το έργο.



























