Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
práctico
01
πρακτικός, χρήσιμος
que es útil, funcional o que produce un beneficio inmediato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más práctico
συγκριτικός βαθμός
más práctico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
práctico
αρσενικό πληθυντικό
prácticos
θηλυκό ενικό
práctica
θηλυκό πληθυντικό
prácticas
Παραδείγματα
Él tiene un enfoque muy práctico del trabajo.
Έχει μια πολύ πρακτική προσέγγιση στη δουλειά.



























