próspero

Ορισμός και σημασία του "próspero"στα ισπανικά

01

ευημερούσα, ακμάζουσα

que tiene éxito, riqueza o desarrollo favorable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más próspero
συγκριτικός βαθμός
más próspero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
próspero
αρσενικό πληθυντικό
prósperos
θηλυκό ενικό
próspera
θηλυκό πληθυντικό
prósperas
Παραδείγματα
Esperamos un año próspero para el negocio.
Ελπίζουμε για ένα ευημερούμενο έτος για την επιχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store