Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
próspero
01
ευημερούσα, ακμάζουσα
que tiene éxito, riqueza o desarrollo favorable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más próspero
συγκριτικός βαθμός
más próspero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
próspero
αρσενικό πληθυντικό
prósperos
θηλυκό ενικό
próspera
θηλυκό πληθυντικό
prósperas
Παραδείγματα
El país se volvió próspero gracias al comercio.
Η χώρα έγινε ευημερούσα χάρη στο εμπόριο.



























