próspero
prós
ˈpɾos
pros
pe
pe
pe
ro
ɾo
ro

Ορισμός και σημασία του "próspero"στα ισπανικά

01

ευημερούσα, ακμάζουσα

que tiene éxito, riqueza o desarrollo favorable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más próspero
συγκριτικός βαθμός
más próspero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
próspero
αρσενικό πληθυντικό
prósperos
θηλυκό ενικό
próspera
θηλυκό πληθυντικό
prósperas
Παραδείγματα
El país se volvió próspero gracias al comercio. 

Η χώρα έγινε ευημερούσα χάρη στο εμπόριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store