Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prudente
01
προσεκτικός
que actúa con cuidado y piensa bien antes de hacer o decir algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prudente
συγκριτικός βαθμός
más prudente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prudente
αρσενικό πληθυντικό
prudentes
θηλυκό ενικό
prudente
θηλυκό πληθυντικό
prudentes
Παραδείγματα
No seas imprudente, sé más prudente.
Μην είσαι απερίσκεπτος, να είσαι πιο προσεκτικός.



























