prudente
pru
pɾu
proo
den
ˈðen
dhen
te
te
te
presente

Ορισμός και σημασία του "prudente"στα ισπανικά

01

προσεκτικός

que actúa con cuidado y piensa bien antes de hacer o decir algo 
prudente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prudente
συγκριτικός βαθμός
más prudente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prudente
αρσενικό πληθυντικό
prudentes
θηλυκό ενικό
prudente
θηλυκό πληθυντικό
prudentes
Παραδείγματα
Es una persona muy prudente. 

Είναι ένα πολύ προσεκτικό άτομο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store