Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exquisito
01
εξαίσιος
que destaca por su belleza, delicadeza o perfección
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exquisito
συγκριτικός βαθμός
más exquisito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exquisito
αρσενικό πληθυντικό
exquisitos
θηλυκό ενικό
exquisita
θηλυκό πληθυντικό
exquisitas
Παραδείγματα
El vestido que llevaba era exquisito.
Το φόρεμα που φορούσε ήταν εξαίρετο.
02
νόστιμος, εξαίσιος
que tiene un sabor muy agradable y refinado
Παραδείγματα
El postre estaba exquisito.
Το επιδόρπιο ήταν εξαίσιο.



























