Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expuesto
01
εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος
que está mostrado o puesto a la vista
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más expuesto
συγκριτικός βαθμός
más expuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
expuesto
αρσενικό πληθυντικό
expuestos
θηλυκό ενικό
expuesta
θηλυκό πληθυντικό
expuestas
Παραδείγματα
El cuerpo quedó expuesto en el escenario.
Το σώμα εκτέθηκε στη σκηνή.



























