expuesto
exp
eksp
eksp
ues
ˈwes
ves
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "expuesto"στα ισπανικά

01

εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος

que está mostrado o puesto a la vista
expuesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más expuesto
συγκριτικός βαθμός
más expuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
expuesto
αρσενικό πληθυντικό
expuestos
θηλυκό ενικό
expuesta
θηλυκό πληθυντικό
expuestas
Παραδείγματα
El cuerpo quedó expuesto en el escenario.
Το σώμα εκτέθηκε στη σκηνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store