Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expuesto
01
εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος
que está mostrado o puesto a la vista
Παραδείγματα
El cuerpo quedó expuesto en el escenario.
Το σώμα εκτέθηκε στη σκηνή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος