expuesto
exp
ˈeksp
eksp
ues
wes
ves
to
to
to
supuestoimpuestoindigestomodesto

Ορισμός και σημασία του "expuesto"στα ισπανικά

01

εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος

que está mostrado o puesto a la vista 
expuesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más expuesto
συγκριτικός βαθμός
más expuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
expuesto
αρσενικό πληθυντικό
expuestos
θηλυκό ενικό
expuesta
θηλυκό πληθυντικό
expuestas
Παραδείγματα
Los productos están expuestos en la vitrina. 

Τα προϊόντα είναι εκτεθειμένα στη βιτρίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store