Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expuesto
01
εκτεθειμένος, αποκαλυμμένος
que está mostrado o puesto a la vista
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más expuesto
συγκριτικός βαθμός
más expuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
expuesto
αρσενικό πληθυντικό
expuestos
θηλυκό ενικό
expuesta
θηλυκό πληθυντικό
expuestas
Παραδείγματα
Los productos están expuestos en la vitrina.
Τα προϊόντα είναι εκτεθειμένα στη βιτρίνα.



























