Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El calor
01
ζέστη, θερμότητα
sensación que se experimenta por temperaturas elevadas o por la energía que provoca aumento de temperatura
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El calor en verano es insoportable.
Η ζέστη το καλοκαίρι είναι ανυπόφορη.
02
στοργή, θερμότητα
sentimiento de afecto, cercanía o amabilidad que transmite una persona o ambiente
Παραδείγματα
Gracias por el calor con el que me recibiste.
Ευχαριστώ για τη ζεστασιά με την οποία με υποδέχτηκες.



























