Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reducir
01
μειώνω
disminuir la cantidad, tamaño o intensidad de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
reduzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
reduce
ενεστώτα μετοχή
reduciendo
απλός αόριστος
reduje
παθητική μετοχή
reducido
Παραδείγματα
Para ahorrar energía, hay que reducir el consumo eléctrico.
Για να εξοικονομήσουμε ενέργεια, πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
02
μειώνω
transformar algo haciéndolo más pequeño, simple o limitado en tamaño, cantidad o intensidad
Παραδείγματα
La traducción redujo el texto original a pocas líneas.
Η μετάφραση μείωσε το αρχικό κείμενο σε λίγες γραμμές.



























