Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mandar
01
διατάζω, διοικώ
dar una orden a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mando
γ΄ ενικό πρόσωπο
manda
ενεστώτα μετοχή
mandando
απλός αόριστος
mandé
παθητική μετοχή
mandado
Παραδείγματα
Mandó a sus empleados que llegaran temprano.
Έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του να έρθουν νωρίς.
02
στέλνω, αποστέλλω
enviar algo o a alguien a un lugar
Παραδείγματα
¿ Quién mandó este regalo?
Ποιος έστειλε αυτό το δώρο;



























