mandar
man
man
man
dar
ˈdaɾ
dar
mondar

Ορισμός και σημασία του "mandar"στα ισπανικά

mandar
01

διατάζω, διοικώ

dar una orden a alguien 
mandar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mando
γ΄ ενικό πρόσωπο
manda
ενεστώτα μετοχή
mandando
απλός αόριστος
mandé
παθητική μετοχή
mandado
Παραδείγματα
El jefe mandó que termináramos el trabajo hoy. 

Ο αφεντικό διέταξε να τελειώσουμε τη δουλειά σήμερα.

02

στέλνω, αποστέλλω

enviar algo o a alguien a un lugar 
mandar definition and meaning
Παραδείγματα
Voy a mandar el paquete mañana. 

Θα στείλω το πακέτο αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store