mandar
Pronunciation
/mandˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "mandar"στα ισπανικά

mandar
01

διατάζω, διοικώ

dar una orden a alguien
mandar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mando
γ΄ ενικό πρόσωπο
manda
ενεστώτα μετοχή
mandando
απλός αόριστος
mandé
παθητική μετοχή
mandado
Παραδείγματα
Mandó a sus empleados que llegaran temprano.
Έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του να έρθουν νωρίς.
02

στέλνω, αποστέλλω

enviar algo o a alguien a un lugar
mandar definition and meaning
Παραδείγματα
¿ Quién mandó este regalo?
Ποιος έστειλε αυτό το δώρο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store