Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mandar
01
διατάζω, διοικώ
dar una orden a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mando
γ΄ ενικό πρόσωπο
manda
ενεστώτα μετοχή
mandando
απλός αόριστος
mandé
παθητική μετοχή
mandado
Παραδείγματα
El jefe mandó que termináramos el trabajo hoy.
Ο αφεντικό διέταξε να τελειώσουμε τη δουλειά σήμερα.
02
στέλνω, αποστέλλω
enviar algo o a alguien a un lugar
Παραδείγματα
Voy a mandar el paquete mañana.
Θα στείλω το πακέτο αύριο.



























