el car de conducir
car
kaɾ
καρ
ˈne
νε
de
ðe
δε
con
kon
κον
du
du
ντου
cir
θiɾ
θιρ

Ορισμός και σημασία του "carné de conducir"στα ισπανικά

El carné de conducir
01

άδεια οδήγησης, διπλώμα οδήγησης

documento que autoriza a una persona a conducir un vehículo 
el carné de conducir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carnés de conducir
Παραδείγματα
Necesito sacar el carné de conducir para manejar. 

Πρέπει να πάρω το δίπλωμα οδήγησης για να οδηγήσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store