carvoro
car
kaɾ
καρ
ˈni
νι
vo
βo
βο
ro
ɾo
ρο

Ορισμός και σημασία του "carnívoro"στα ισπανικά

carnívoro
01

σαρκοφάγος

que se alimenta principalmente de carne 
carnívoro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
carnívoro
αρσενικό πληθυντικό
carnívoros
θηλυκό ενικό
carnívora
θηλυκό πληθυντικό
carnívoras
θεματικό πεδίο
alimentación, biología, animales
Παραδείγματα
El león es un animal carnívoro. 

Το λιοντάρι είναι ένα σαρκοφάγο ζώο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store