caro
Pronunciation
/kˈaɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "caro"στα ισπανικά

01

ακριβός, δαπανηρός

que cuesta mucho dinero o tiene un precio alto
caro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más caro
συγκριτικός βαθμός
más caro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caro
αρσενικό πληθυντικό
caros
θηλυκό ενικό
cara
θηλυκό πληθυντικό
caras
Παραδείγματα
El restaurante era bonito, pero muy caro.
Το εστιατόριο ήταν όμορφο, αλλά πολύ ακριβό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store