Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picar
01
τσιμπολογώ
comer pequeñas cantidades de comida entre comidas o poco a poco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pico
γ΄ ενικό πρόσωπο
pica
ενεστώτα μετοχή
picando
απλός αόριστος
piqué
παθητική μετοχή
picado
Παραδείγματα
Me gusta picar algo antes de la cena.
Μου αρέσει να μασάω κάτι πριν το δείπνο.
02
ψιλοκόβω, κόβω σε μικρά κομμάτια
cortar alimentos en trozos muy pequeños
Παραδείγματα
Voy a picar cebolla para la salsa.
Πάω να ψιλοκόψω το κρεμμύδι για τη σάλτσα.
03
φαγούρα, κνησμός
producir una sensación de picazón en la piel que provoca rascarse
Παραδείγματα
La alergia hace que me pique la piel.
Η αλλεργία κάνει το δέρμα μου να με τσιμπάει.
04
τσιμπώ
causar una picadura o pinchazo doloroso, especialmente por un insecto
Παραδείγματα
La abeja me picó en el brazo.
Η μέλισσα με τσίμπησε στο χέρι.



























