Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitual
01
συνήθης, εθισμένος
que ocurre con frecuencia o de manera regular
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más habitual
συγκριτικός βαθμός
más habitual
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
habitual
αρσενικό πληθυντικό
habituales
θηλυκό ενικό
habitual
θηλυκό πληθυντικό
habituales
Παραδείγματα
Ella tiene un comportamiento habitual en el trabajo.
Έχει συνηθισμένη συμπεριφορά στη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
habitual
habit



























