Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitual
01
συνήθης, εθισμένος
que ocurre con frecuencia o de manera regular
Παραδείγματα
El ruido habitual del vecindario me molesta.
Ο συνηθισμένος θόρυβος της γειτονιάς με ενοχλεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνήθης, εθισμένος