habitual
Pronunciation
/ˌaβitwˈal/

Ορισμός και σημασία του "habitual"στα ισπανικά

01

συνήθης, εθισμένος

que ocurre con frecuencia o de manera regular
habitual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más habitual
συγκριτικός βαθμός
más habitual
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
habitual
αρσενικό πληθυντικό
habituales
θηλυκό ενικό
habitual
θηλυκό πληθυντικό
habituales
Παραδείγματα
El ruido habitual del vecindario me molesta.
Ο συνηθισμένος θόρυβος της γειτονιάς με ενοχλεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store