Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hablador
01
ομιλητικός, φλύαρος
que está solo o prefiere estar solo; sin compañía o apartado
Παραδείγματα
Una vecina habladora me contó todo.
Μια μοναχική γειτόνισσα μου είπε τα πάντα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ομιλητικός, φλύαρος