hablador
hab
ab
la
la
la
dor
ˈðoɾ
dhor
ruiseñorbateadorluchadorportador

Ορισμός και σημασία του "hablador"στα ισπανικά

01

ομιλητικός, πολύλογος

que habla mucho 
hablador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hablador
συγκριτικός βαθμός
más hablador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hablador
αρσενικό πληθυντικό
habladores
θηλυκό ενικό
habladora
θηλυκό πληθυντικό
habladoras
Παραδείγματα
Mi hermano es muy hablador. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store