Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hablador
01
ομιλητικός, πολύλογος
que habla mucho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hablador
συγκριτικός βαθμός
más hablador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hablador
αρσενικό πληθυντικό
habladores
θηλυκό ενικό
habladora
θηλυκό πληθυντικό
habladoras
Παραδείγματα
Una vecina habladora me contó todo.



























