Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
necesitar
[past form: necesité][present form: necesito]
01
χρειάζομαι
tener que usar o tener algo porque es importante o esencial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
necesito
γ΄ ενικό πρόσωπο
necesita
ενεστώτα μετοχή
necesitando
απλός αόριστος
necesité
παθητική μετοχή
necesitado
Παραδείγματα
¿ Qué necesitas para el proyecto?
Χρειάζεστε για το έργο;
02
χρειάζομαι
requerir algo para cumplir un objetivo o función
Παραδείγματα
Necesito encontrar mis llaves.
Χρειάζομαι να βρω τα κλειδιά μου.



























