Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
necesitar
01
χρειάζομαι
tener que usar o tener algo porque es importante o esencial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
necesito
γ΄ ενικό πρόσωπο
necesita
ενεστώτα μετοχή
necesitando
απλός αόριστος
necesité
παθητική μετοχή
necesitado
Παραδείγματα
Necesito agua.
Χρειάζομαι νερό.
02
χρειάζομαι
requerir algo para cumplir un objetivo o función
Παραδείγματα
Ella necesita descansar después del trabajo.
Αυτή χρειάζεται να ξεκουραστεί μετά τη δουλειά.



























