Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ir
01
πηγαίνω
moverse de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
voy
γ΄ ενικό πρόσωπο
va
ενεστώτα μετοχή
yendo
απλός αόριστος
fui
παθητική μετοχή
ido
Παραδείγματα
Voy al mercado todos los días.
Πηγαίνω στην αγορά κάθε μέρα.
02
φεύγω
salir de un lugar y alejarse de él
Παραδείγματα
Me voy de la casa a las ocho.
Φεύγω από το σπίτι στις οκτώ.
03
πηγαίνω
desplazarse a un lugar para visitarlo o permanecer temporalmente
Παραδείγματα
Hemos ido al museo varias veces.
Πήγαμε στο μουσείο αρκετές φορές.
04
πηγαίνω
expresar una acción futura o intención próxima usando el verbo "ir" seguido de un infinitivo
Παραδείγματα
Voy a estudiar esta tarde.
Εγώ πηγαίνω να μελετήσω αυτό το απόγευμα.
05
απομακρύνομαι οδηγώντας, φεύγω από το τιμόνι
alejarse conduciendo un vehículo
Παραδείγματα
Se fue del aparcamiento después de pagar.
Έφυγε από το πάρκινγκ αφού πλήρωσε.



























