coger
Pronunciation
/koxˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "coger"στα ισπανικά

01

παίρνω, πιάνω

agarrar, tomar o llevar algo con la mano o de manera general
coger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coge
ενεστώτα μετοχή
cogiendo
απλός αόριστος
cogí
παθητική μετοχή
cogido
Παραδείγματα
Él cogió el balón y corrió hacia la portería.
Αυτός πήρε την μπάλα και έτρεξε προς τα τέρματα.
02

παίρνω, στρίβω

tomar o girar por una calle, camino o ruta específica
coger definition and meaning
Παραδείγματα
Si coges esta ruta, llegarás más rápido al centro.
Αν διαλέξεις αυτή τη διαδρομή, θα φτάσεις πιο γρήγορα στο κέντρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store