Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coger
01
παίρνω, πιάνω
agarrar, tomar o llevar algo con la mano o de manera general
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coge
ενεστώτα μετοχή
cogiendo
απλός αόριστος
cogí
παθητική μετοχή
cogido
Παραδείγματα
Ella cogió el paraguas antes de salir.
Αυτή πήρε την ομπρέλα πριν φύγει.
02
παίρνω, στρίβω
tomar o girar por una calle, camino o ruta específica
Παραδείγματα
Coge la primera calle a la derecha.
Πάρτε την πρώτη οδό στα δεξιά.



























