Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El coeficiente
01
συντελεστής, ρυθμός
factor o valor que expresa una relación o proporción en distintos contextos (matemática, estadística, economía)
Παραδείγματα
El coeficiente de crecimiento es alto.
Ο συντελεστής ανάπτυξης είναι υψηλός.
02
συντελεστής
valor numérico que multiplica a una variable en una expresión o ecuación matemática
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coeficientes
Παραδείγματα
El coeficiente de la ecuación es 3.
Ο συντελεστής της εξίσωσης είναι 3.



























