Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desayunar
01
πρωινεύω
tomar la primera comida del día
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desayuno
γ΄ ενικό πρόσωπο
desayuna
ενεστώτα μετοχή
desayunando
απλός αόριστος
desayuné
παθητική μετοχή
desayunado
Παραδείγματα
Me gusta desayunar temprano.
Μου αρέσει να πρωινιάζω νωρίς.
02
πρωινεύω
comer algo como primera comida del día
Παραδείγματα
Hoy voy a desayunar huevos revueltos.
Σήμερα, θα πρωινιάσω με ομελέτα.
03
μαθαίνω, ανακαλύπτω
enterarse de una información inesperada
Παραδείγματα
Me acabo de desayunar una noticia increíble.
Μόλις πρωινόσα μια απίθανη είδηση.



























