dedicar
Pronunciation
/dˌeðikˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "dedicar"στα ισπανικά

dedicar
01

αφιερώνω τον εαυτό μου

emplear el tiempo y esfuerzo en una actividad o profesión para ganarse la vida
dedicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dedico
γ΄ ενικό πρόσωπο
dedica
ενεστώτα μετοχή
dedicando
απλός αόριστος
me dediqué
παθητική μετοχή
dedicado
Παραδείγματα
Ellos se dedican a la construcción.
Αυτοί αφιερώνουν στον κλάδο της κατασκευής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store