Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dedicar
01
αφιερώνω τον εαυτό μου
emplear el tiempo y esfuerzo en una actividad o profesión para ganarse la vida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dedico
γ΄ ενικό πρόσωπο
dedica
ενεστώτα μετοχή
dedicando
απλός αόριστος
me dediqué
παθητική μετοχή
dedicado
Παραδείγματα
Ellos se dedican a la construcción.
Αυτοί αφιερώνουν στον κλάδο της κατασκευής.



























