dedicar
de
de
ντε
di
ði
δι
car
ˈkaɾ
καρ
estiraracostaralegrarenterar

Ορισμός και σημασία του "dedicar"στα ισπανικά

dedicar
01

αφιερώνω τον εαυτό μου

emplear el tiempo y esfuerzo en una actividad o profesión para ganarse la vida 
dedicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dedico
γ΄ ενικό πρόσωπο
dedica
ενεστώτα μετοχή
dedicando
απλός αόριστος
me dediqué
παθητική μετοχή
dedicado
Παραδείγματα
Ella se dedica a la enseñanza. 

Αυτή αφιερώνεται στη διδασκαλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store