Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nacionalidad
01
εθνικότητα
condición de pertenecer legalmente a un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nacionalidades
Παραδείγματα
Tengo la nacionalidad española.
Έχω την ισπανική υπηκοότητα.



























