nacer
Pronunciation
/naθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "nacer"στα ισπανικά

nacer
[past form: nací][present form: nazco]
01

γεννιέμαι

empezar a vivir; venir al mundo
nacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
nazco
γ΄ ενικό πρόσωπο
nace
ενεστώτα μετοχή
naciendo
απλός αόριστος
nací
παθητική μετοχή
nacido,nato
Παραδείγματα
Nacer en el campo le dio un amor por la naturaleza.
Το γεννηθεί στην ύπαιθρο του έδωσε μια αγάπη για τη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store