Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nacer
01
γεννιέμαι
empezar a vivir; venir al mundo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
nazco
γ΄ ενικό πρόσωπο
nace
ενεστώτα μετοχή
naciendo
απλός αόριστος
nací
παθητική μετοχή
nacido,nato
Παραδείγματα
Nacer en el campo le dio un amor por la naturaleza.
Το γεννηθεί στην ύπαιθρο του έδωσε μια αγάπη για τη φύση.



























