nacer
na
na
na
cer
ˈθeɾ
ther
dolerdebertenerbeber

Ορισμός και σημασία του "nacer"στα ισπανικά

01

γεννιέμαι

empezar a vivir; venir al mundo 
nacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
nazco
γ΄ ενικό πρόσωπο
nace
ενεστώτα μετοχή
naciendo
απλός αόριστος
nací
παθητική μετοχή
nacido,nato
Παραδείγματα
Mi hermano nació en marzo. 

Ο αδερφός μου γεννήθηκε τον Μάρτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store