decir
Pronunciation
/deθˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "decir"στα ισπανικά

01

λέω, εκφράζω

expresar algo con palabras
decir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
digo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dice
ενεστώτα μετοχή
diciendo
απλός αόριστος
dije
παθητική μετοχή
dicho
Παραδείγματα
Dijo unas palabras muy bonitas en la ceremonia.
Είπε μερικές πολύ όμορφες λέξεις στην τελετή.
02

λέω

expresar lo que uno piensa o siente
Παραδείγματα
¿ Qué dices sobre este plan de trabajo?
Τι λέτε για αυτό το σχέδιο εργασίας ;
03

λέγεται

expresarse algo de manera indirecta o por rumores
Παραδείγματα
Dicen que habrá lluvia mañana.
Λένε ότι θα βρέξει αύριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store