la actriz
act
ˈakt
akt
riz
ɾiθ
rith
barnizperdiztamiztapiz

Ορισμός και σημασία του "actriz"στα ισπανικά

01

ηθοποιός, υποκρίτρια

mujer que interpreta un papel en una obra, película o programa 
la actriz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actrices
αρσενικό ενικό
actor
θηλυκό ενικό
actriz
neutral form
intérprete
Παραδείγματα
La actriz principal ganó un premio importante. 

Η κύρια ηθοποιός κέρδισε ένα σημαντικό βραβείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store