Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La operación
01
εγχείρηση
procedimiento médico que implica cortar o reparar partes del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
operaciones
Παραδείγματα
La operación duró tres horas y fue complicada.
Η εγχείρηση διήρκεσε τρεις ώρες και ήταν περίπλοκη.



























