la operación
o
o
o
pe
pe
pe
ra
ɾa
ra
ción
ˈθjon
thyon
hinchazónsalvaciónapelaciónimpresión

Ορισμός και σημασία του "operación"στα ισπανικά

01

εγχείρηση

procedimiento médico que implica cortar o reparar partes del cuerpo 
la operación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
operaciones
Παραδείγματα
La operación duró tres horas y fue complicada. 

Η εγχείρηση διήρκεσε τρεις ώρες και ήταν περίπλοκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store