Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La garantía
01
εγγύηση, εγγυητική
documento o promesa que asegura la calidad o reparación de un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
garantías
Παραδείγματα
La garantía incluye servicio técnico gratuito.
Η εγγύηση περιλαμβάνει δωρεάν τεχνική εξυπηρέτηση.



























