Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El metal
01
μέταλλο
elemento o material duro y generalmente brillante que conduce electricidad y calor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
metales
Παραδείγματα
El hierro es un metal muy resistente.
Ο σίδηρος είναι ένα πολύ ανθεκτικό μέταλλο.
02
μέταλλο (μουσική)
estilo de música caracterizado por guitarras eléctricas, batería intensa y voz potente
Παραδείγματα
Me gusta escuchar metal mientras trabajo.
Μου αρέσει να ακούω metal ενώ δουλεύω.
Λεξικό Δέντρο
semimetal
metal



























