Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El radio
01
ραδιόφωνο, συσκευή ραδιοφώνου
aparato que recibe y transmite señales de sonido a distancia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
radios
Παραδείγματα
Escucho la radio todas las mañanas.
Ακούω το ραδιόφωνο κάθε πρωί.
02
ακτίνα
segmento que va desde el centro hasta la circunferencia de un círculo
Παραδείγματα
El radio del círculo es cinco centímetros.
Η ακτίνα του κύκλου είναι πέντε εκατοστά.
03
ράδιο
elemento químico radioactivo usado en medicina y ciencia
Παραδείγματα
El radio es un elemento químico muy raro.
Το ράδιο είναι ένα πολύ σπάνιο χημικό στοιχείο.



























