Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ralentizar
[past form: ralenticé][present form: ralentizo]
01
επιβραδύνω
hacer que algo vaya más despacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ralentizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ralentiza
ενεστώτα μετοχή
ralentizando
απλός αόριστος
ralenticé
παθητική μετοχή
ralentizado
Παραδείγματα
El tiempo parece ralentizarse cuando estás aburrido.
Ο χρόνος φαίνεται να επιβραδύνεται όταν βαριέσαι.



























