Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ralentizar
01
επιβραδύνω
hacer que algo vaya más despacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ralentizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ralentiza
ενεστώτα μετοχή
ralentizando
απλός αόριστος
ralenticé
παθητική μετοχή
ralentizado
Παραδείγματα
El tráfico se ralentizó por el accidente.
Η κυκλοφορία επιβραδύνθηκε λόγω του ατυχήματος.



























