ralentizar
ra
ra
ra
len
len
len
ti
ti
ti
zar
ˈθaɾ
thar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "ralentizar"στα ισπανικά

ralentizar
01

επιβραδύνω

hacer que algo vaya más despacio 
ralentizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ralentizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ralentiza
ενεστώτα μετοχή
ralentizando
απλός αόριστος
ralenticé
παθητική μετοχή
ralentizado
Παραδείγματα
El tráfico se ralentizó por el accidente. 

Η κυκλοφορία επιβραδύνθηκε λόγω του ατυχήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store