Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La radioactividad
[gender: feminine]
01
ραδιενέργεια
emisión de radiaciones por materiales radiactivos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La radioactividad fue descubierta a finales del siglo XIX.
Η ραδιενέργεια ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
Λεξικό Δέντρο
radioactividad
radio
actividad



























