Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El órgano
01
όργανο, όργανο
instrumento musical con teclas que produce sonidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
órganos
Παραδείγματα
El órgano se usa mucho en la música clásica.
Το όργανο χρησιμοποιείται πολύ στην κλασική μουσική.
02
όργανο
parte del cuerpo que realiza una función específica
Παραδείγματα
Algunos órganos pueden dañarse por enfermedades.
Μερικά όργανα μπορούν να καταστραφούν από ασθένειες.



























