Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
único
01
μοναδικός
que es el único en su clase o grupo, sin otro igual
Παραδείγματα
Este es el único libro que me interesa.
Αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο που με ενδιαφέρει.
02
μοναδικός, ξεχωριστός
que destaca por ser excepcional, diferente o irrepetible
Παραδείγματα
Tiene una personalidad única que atrae a todos.
Έχει μια μοναδική προσωπικότητα που προσελκύει όλους.



























