Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La intersección
01
διασταύρωση
el punto donde dos o más calles o caminos se cruzan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intersecciones
Παραδείγματα
La intersección es muy congestionada a las cinco de la tarde.
Η διασταύρωση είναι πολύ συμφόρητη στις πέντε το απόγευμα.



























